αποθηκεύομαι


αποθηκεύομαι
αποθηκεύομαι, αποθηκεύτηκα (σπάν. αποθηκεύθηκα), αποθηκευμένος βλ. πίν. 20

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εναπόκειμαι — (AM ἐναπόκειμαι) νεοελλ. απρόσ. 1. ἐναπόκειται βρίσκεται στη διάθεση, στην εξουσία κάποιου, εξαρτάται από κάποιον ή κάτι 2. είναι χρέος, είναι υποχρέωση κάποιου, ανήκει σε κάποιον, είναι υποχρεωμένος να... μσν. αποθηκεύομαι, αποταμιεύομαι,… …   Dictionary of Greek

  • προεναπόκειμαι — Α έχω αποταμιευθεί, έχω αποθηκευθεί εκ τών προτέρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἐναπόκειμαι «αποθηκεύομαι, αποταμιεύομαι»] …   Dictionary of Greek

  • προσπορεύομαι — και δωρ. τ. ποτιπορεύομαι Α 1. πορεύομαι προς κάποιον, πλησιάζω κάποιον, σιμώνω 2. προσπαθώ να πετύχω κάτι, επιδιώκω κάτι, συνήθως αξίωμα («προσπορευομένου πρὸς τὴν ἀγορανομίαν», Πολ.) 3. επιδιώκω τη σύναψη δανείου 4. επιζητώ τη μίσθωση, την… …   Dictionary of Greek